"να με αγαπάς…ακούς?'
σε διατάσσω και μέσα απ' τη διαταγή τη δύναμη μου στις άκρες των χειλιών σου καταθέτω…
τι ωφελεί η δύναμη πια
αφού μέσα στα δυο σου χέρια απο έρωτα ζητάω να λιώσω και ξανά να με πλάσεις εσύ απ' το ίδιο το υλικό που γεννιούνται
τα θαύματα…
κι έτσι δικιά σου να 'μαι…
" σάρκα κι αίμα…σου!

2 Φεβρουαρίου 2012

Ν’ ακούσω τη λέξη που λείπει…



Πόσες φορές δεν στάθηκες πίσω από μια πόρτα του Σύμπαντος, με διαφορετικό όνομα κάθε φορά, παλεύοντας να αφουγκραστείς αυτή τη λέξη που θα γλύκαινε μια στάλα την ψυχή σου;
Σαν παιδί –πάντα παιδί– με το μυαλό στην επικείμενη σκανταλιά και στην αυτο-αναίρεσή της.
Μεγάλες κατεργάρες οι λέξεις. 

Κι ενώ μιλούν αδιάκοπα, όταν σωπαίνουν ξεκουφαίνουν τις αντοχές σου με την αδράνειά τους. Σε περιπαίζουν, θαρρείς.
Και το βάζο με το γλυκό εκεί, μόνιμα, στο ράφι του μυαλού με τις δαντέλες και τα ενθυμήματα, λαχταριστό και ιριδίζον στα κόκκινα, στα πράσινα ή στα πορτοκαλιά του να προκαλεί τη θριαμβική κλοπή, έτσι, για να ευφρανθεί λίγο το χειλάκι μας, αδερφέ, να ανθίσουν κι άλλες λέξεις με χρώματα, με μυρωδιές, με εικόνες, με μουσικές.
Κι ύστερα να τις τυλίξω μ’ ένα πολύχρωμο χαρτί, δώρο και μάλιστα ακριβό και να τις στείλω να σ’ ανταμώσουν, εσένα, που έγινες αιτία κι αφορμή για τούτες τις μικρές παρασπονδίες του έρωτα.
Να καταλάβεις εσύ.

Κι εγώ να περιμένω μετά… δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, καταμεσής στο τρίστρατο του δρόμου, στην επόμενη βροχή που θα ’ρθει, να περιμένω και να αγωνιώ για ν’ ακούσω τη λέξη που λείπει…»

Τον πίνακα του εξωφύλλου
φιλοτέχνησε ο Θοδωρής Κανάκης.

27 Νοεμβρίου 2011

νοτιοδυτικά της λείπεις...

Τα πρωινά ξυπνάω θαρρείς και σηκώνομαι από χειμερία νάρκη.
Με τα μάτια κλειστά σηκώνομαι, αρκουδίζοντας σαν μωρό που φοβάται να εξερευνήσει την καινούρια μέρα.
"Μη! Κακό" μου είπαν κάποτε φαίνεται με μεταλλική φωνή κι έτσι με κάθε βήμα λες και με χτυπούν χιλιάδες μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις.
Ανατριχιάζω.
Στον λαιμό μου κάθε πρωί σκαλωμένη μια πίκρα. Βήχω, ξεροβήχω μα δεν...
Είναι που μου λείπεις θαρρώ. Θαρρώ μα δεν έχω θάρρος να στο δείξω.
Άσε δε το να στο πω.
Περιφέρομαι μέσα στο σπίτι επιμένοντας να έχω κλειστά τα μάτια. 
Σκοντάφτω στα έπιπλα κι ο νεαρός πόνος του αναπάντεχου χτυπήματος - αλλά τόσο ηθελημένου - μοιάζει με έρωτα.
Το σκέφτομαι και τρελαίνομαι...
Φτιάχνω καφέ μ' ένα τσιγάρο κολλημένο στα χείλη. Πιο εύκολο αυτό.
Θα ήθελα να πω το όνομά σου μα αντί γι' αυτό καπνίζω. Δύσκολο! Δύσκολα όλα που γίνανε πια.
Είναι που μεγαλώνω; Αναρωτιέμαι πάλι.
Ανατριχιάζω.
Δοκιμάζω τη γεύση των γραμμάτων. Ανάμεικτα σύμφωνα, φωνήεντα και καφές μέτριος, πρωινός.
Το όνομά σου έχει την γεύση της βιασύνης. Και του μη χορτασμένου.
Ξέρω τη συνέχεια.
Θα ντυθώ και θα βγω στον δρόμο. Θα σε ψάχνω με το βλέμμα παντού. 
Οι περαστικοί με κοιτάζουν με μια μόνιμη απορία. 
Δεν έχουν συνηθίσει σ' αυτήν τη μορφή ελεημοσύνης.
Ούτε κι εγώ.
Κι ύστερα δουλειά. 
Πάλι θα σε ψάχνω. 
Μέσα στην τσέπη μου, στο γραφείο που βουλιάζει από χαρτιά, στις σκάλες που μου θυμίζουν ένα σιωπηλό, άλυτο σταυρόλεξο.
Στο σύννεφο που μπορεί να τρυπώσει απ' το παράθυρο του δευτέρου. 
Από 'κει συνήθως τρυπώνουν τα σύννεφα.
Έρχονται για λίγο, βιαστικά - η λέξη κλειδί είναι βιαστικά - σου ανακατεύουν τη ζωή, σε αναγκάζουν να μάθεις να πορεύεσαι με τη βροχή κι ύστερα μόλις την συνηθίσεις φεύγουν. Γαμημένα σύννεφα!
Ανατριχιάζω.
Χρόνια είχα να κρυώνω πάλι τόσο πολύ. 
Κι ήμουνα τόσο σίγουρος πως είχα μάθει πια καλά να κλειδώνω τα καλοκαίρια μου. 
Είχα ξεχάσει βλέπεις πως η ζωή κάνει κύκλους κι ανασαίνει και τους χειμώνες.
Και την ανάσα με τι τρόπο να καταφέρεις να την κλειδώσεις;
Είναι που μου λείπεις θαρρώ. Παράξενο ε; Ναι, σαν τις αμυγδαλιές ανθίζουν και τα παράξενα.
Καταχείμωνο και με μια κρυμμένη πίκρα στον ανθό τους. 
Αυτή που δεν θα γίνει καρπός ποτέ. Γιατί το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο.
  ...
 
Σαν τη φυγή σου.

2 Νοεμβρίου 2011

μου λείπεις απλά

Μια μικρή φωτιά
άναψε,

δίχως γιατί,

χωρίς αιτία

Στα φύλλα των δέντρων,

στα φτερά των πουλιών,

στις άκρες της θάλασσας,

στο στόμα της Γης,

στου Ουρανού το μπράτσο

Στα μάτια σου μέσα

που πάντα το δρόμο κοιτούσαν

Άναψε μια μικρή φωτιά

-------

Θα είναι βαρύς ο φετινός χειμώνας είπες

-------

Κι ύστερα,

ένας αγέρας φύσηξε που ήταν παιχνιδιάρης

Με απαλά σκουντήγματα

έσπειρε τις νεράιδες μακριά

κι όλες τις ανεμώνες

Τσιμέντο παντού

-------

Πάνε χρόνια τώρα

που βύθισα μια κόκκινη άγκυρα

στη σκέψη σου

Έλεγα : δεν υπάρχεις

όπως λένε οι μικροί στα θαύματα

που ξέρουν πως γίνονται γι' άλλους

Μια χούφτα άστρα

που σου κρατούσα φυλαχτό

τα σκόρπισα μια νύχτα πάνω απ' την πόλη

Πρωτοχρονιά ήταν θαρρώ

και κάπου στο βάθος ακουγότανε κλάματα

Δεν ξέρω πως να απλώσω τα χέρια στη φωτιά

χωρίς να καώ

------

Κι είναι τόσος λίγος ο χρόνος

------

Φοβισμένα κρύβομαι σαν "παλιό" παιδί

πίσω απ' το μπαμπούλα του Κόσμου

Το ξέρω πως θα φύγεις

------

Θα είναι βαρύς ο φετινός χειμώνας είπες

------

 
 
 
 
Πάλι -νιώθω - σα να μου τάξανε λειψά τα καλοκαίρια μου

Όχι, δεν κρυώνω
 
Μου λείπεις απλά

7 Οκτωβρίου 2011

τουλάχιστον...

Πάλι ξέχασες ν' ανάψεις το φεγγάρι,
όχι τίποτα μα να...
συνέχεια χάνω το δρόμο.
Πάνω που ξεκινώ κι ελπίζω
η ψιλή σκόνη του φθαρτού λάθους
μου θολώνει τα μάτια.
Ιδιαίτερα όταν νυχτώνει,
θαρρείς και ξεκολλάνε τα σύννεφα απ' τον ουρανό
κι έρχονται και κάθονται με δύναμη,
όλα στο στήθος μου.
Ανασαίνω το όνομά σου.
Μα, δεν ακούς...
Αλήθεια,
πόσα χρόνια έχεις να με ακούσεις;
Είναι και το κρύο,
έρχεται πάντα σχεδόν μαζί με τα σύννεφα.
Στην αρχή είναι ένα ελαφρό ρίγος
που δυναμώνει, δυναμώνει...
-Ντύσου ζεστά!
Φωνάζουν μητρικά οι Σειρήνες μου.
Μα δεν...
Κάνω την ανάγκη πανωφόρι μου και πορεύομαι.
Δεν ξέρω πού θα φτάσω,
πότε και αν,
ελπίζω μονάχα να μ' ανταμώσει
ένας κατάδικός μου ήλιος.
Να γίνει χρωματιστό καλοκαίρι ο δρόμος
κι η κάθε απαντοχή αγκαλιά.
Να μην κρυώνω άλλο πια.
Τουλάχιστον...
Πόσο πολύ μπορεί να είναι το Όνειρο,
μέσα στο ελάχιστο του κόσμου;

10 Απριλίου 2011

δεν είναι εύκολο...



Δεν είναι εύκολο,
έχω δουλειές,
τρέχω να προφτάσω,
7.45 έφυγα,
5 το απόγευμα μαγειρεύω,
10 το βράδυ ετοιμάζω τα αυριανά.
Δεν είναι εύκολο,
μόλις ξυπνήσω το πρωί
φορώ τα "πρεπει" μου κατάσαρκα,
μα πώς θα βγω;
γυμνή στον κόσμο;
δεν κάνει,
θα ντραπώ,
θα πονέσω,
θα εκτεθώ,
θα ματώσω.
Δεν είναι εύκολο,
χιλιάδες άνθρωποι περιμένουν από μένα,
αγάπη,
αποδοχή,
φροντίδα,
νοιάξιμο,
χρόνο,
διάθεση.
Όχι, όχι, δεν είναι καθόλου εύκολο,
με κοιτάς σα να μην το πιστεύεις
κι όμως σου λέω αλήθεια.
Τακτοποίησα τα πράγματα μου,
διπλωμένα με τάξη,
το ένα πάνω στο άλλο,
αλλού  τα άσπρα, αλλού τα μαύρα, αλλού τα κόκκινα,
κόκκινα είπα;
Δεν φοράω ποτέ κόκκινα.
Τραβάνε την προσοχή και δεν...
Τελοσπάντων ντουλάπια εντός κι εκτός τακτοποιημένα.
Δεν είναι εύκολο,
από πού να ξεκινήσω;
Να ανοίξω πόρτες και παράθυρα,
να ανακατέψω τα χρώματα,
να τραβήξω τις ώρες να μακρύνουν.
Να εμπιστευτώ τις λέξεις που με γέλασαν,
να ταξιδέψω σε ξένα μάτια το ίδιο καράβι,
ξέρεις με τι κόπο το έσωσα την τελευταία φορά;
Αύτανδρο θα βυθιζότανε σου λέω,
γι' αυτό...δεν είναι καθόλου εύκολο.
Το κορμί μου πολυάσχολη λεωφόρος,
άσφαλτος που σκάει  στη ζέστη και γλιστρά στις βροχές.
Η συνεχή κίνηση με εμποδίζει να σκέφτομαι,
να θέλω, να ονειρεύομαι.
Τώρα πώς μου ζητάς να βγούμε μια βόλτα στα σύννεφα;
Αλήθεια, τα σύννεφα ήταν πάντα εκεί
όλα αυτά τα χρόνια;
Φοβάμαι το πόσο απλά μοιάζουν όλα μαζί σου.
Εσύ;

15 Φεβρουαρίου 2011

το πανταχού απόν...

Στην άκρη του τοίχου
εκεί,
στην κόψη της σκιάς,
εκεί,
όπου αποκοιμήθηκε το χάδι σου χτες
κι άνθισε μεταμεσονύχτια
ένα μικρό, άγριο ζουμπούλι.
Εκεί,
που δίναμε κρυφό ραντεβού,
θυμάσαι;
Με τα μάτια συνεννοούμασταν.
Να κοιτάς μαζί,
αυτό είναι αγάπη,
έλεγες.
Και κοιτούσαμε σαν από χτεσινή συμφωνία,
πρώτα το χώμα,
τον ουρανό ύστερα
κι εκείνο το χελιδόνι που ψαλίδιζε κόντρα στον ήλιο.
Πανταχού απόν,
το φιλί
που άφηνα κρεμασμένο στο κλαδί της ελιάς
δίπλα στην ξύλινη πόρτα.
Από 'κει το ξεκρέμαγες
και το 'παιρνες μαζί σου στο "φεύγα"
χώνοντάς το μυστικά στον κόρφο σου,
σα φυλαχτό.
Συνένοχοι στο κοίταγμα κι εκείνοι οι λεπτοδείχτες
που ακινητούσαν έντρομοι
πάντα στη θέση παρά...
Ένα, δύο, τρία...
Λεπτά που υφαίνουν στιγμές
καρδιοχτύπι από μετάξι,
φίνο σαν όνειρο και σα νιό φεγγάρι.
Εκεί,
που η ματιά μου απ' το παράθυρο
δεν φτάνει τώρα,
άλλωστε απέχει,
τόσο από όσο,
η μνήμη.
Μια σκιά μισή
στην άκρη του τοίχου
τι να 'χει γίνει - μείνει άραγε;
Ανάμνηση λες;
Οι ώρες τώρα τρέχουν κανονικά.
Δεν ακινητούν τα ρολόγια
μήτε φτιάχνουν όνειρα
οι στιγμιαίες σιωπές του χρόνου.
Κι ο τοίχος,
εκεί,
σα να χρειάζεται άσπρισμα θαρρώ
προτού ακόμα κι η μισή σκιά μου
ξεθωριάσει.
Πρωί - πρωί αύριο
θα πάω να παραγγείλω τον ασβέστη.
Μεγάλωσα λες;
Μου λείπεις...σου λέω!

8 Οκτωβρίου 2010

αφορμή για μια αγκαλιά...



Πήρε να ψυχραίνει ο καιρός...απότομα θαρρείς,
ξαφνικά και αδιαπραγμάτευτα.
Το τέλος του καλοκαιριού είναι τελεσίδικο.
Έφυγε...πάει πια...ξεμακραίνει.
"Ρίξε κάτι στην πλάτη σου, θα κρυώσεις. Και δεν θα
είμαι στο πλάι σου πια να σε προσέχω."
Πόσες φορές έχεις ακούσει τα λόγια που σκέφτεσαι
να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά μες στο κεφάλι σου
σα να τα έχει πει ήδη κάποιος άλλος?
Κάποιος που δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει
την ίδια φράση συνέχεια, σα χαλασμένη ταινία γραμοφώνου.
Η χρυσαφένια μοναξιά του φθινοπώρου τραμπαλίζεται
στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Παίζει το "παιχνίδι" της ισορροπίας πάνω στην κόψη της ασφάλτου.
Με το ένα πόδι στον δρόμο και το άλλο στο πλατύσκαλο.
Για κοίτα...κρυώνει η παλάμη μου θαρρώ. Μα πώς γίνεται?
Να μου μεταφέρει το αίσθημα του κρύου μια άδεια
παλάμη?
Αχνίζει ο καφές καθώς ανασαίνει καυτά πάνω στο τζάμι.
Αν ήμουν παιδί θα μπορούσα να ζωγραφίσω μια αστεία
φιγούρα, μια καρδιά, μια μαργαρίτα πάνω στους υδρατμούς
και να στα χαρίσω.
Αν ήσουν εδώ θα τα κοιτούσες και θα γέλαγες.
Μ' αυτό σου το γέλιο που καμπάνιζε, σαν ανοιξιάτικο
πρωινό στην εξοχή. Κι ύστερα θα μου έπιανες το χέρι
σφιχτά. Και τότε...τότε ξέρεις δεν θα ένιωθα πια το
κρύο. Ή μάλλον δεν θα το ένιωθα τόσο πολύ έντονα.
Θα κρατιόμασταν απ' το χέρι και θα κοιτούσαμε
τα ξελογιάσματα που επειχειρεί ο ήλιος 
στα φθινοπωρινά σύννεφα. Πόσα τερτίπια Θεέ μου!
Ίσα για να τους αποσπάσει τη γνώση πως είναι κυρίαρχος.
Κι όταν θα πήγαινε να βραδιάσει θα ψήναμε κάστανα
και θα πίναμε γλυκό κόκκινο κρασί προσμένοντας
ήμερα να ξημερώσει το αύριο...όσο κρύο κι αν έφερνε
μαζί του αυτό.
Καταλαβαίνεις...αν...αν είμαστε δύο το κρύο θα 'ταν χαμένο
απ' την αρχή. Πώς να σε στεναχωρήσει κάτι που δε νιώθεις?
'Η μάλλον πώς να σε λυπήσει ακόμα μια αφορμή για
αγκαλιά?

28 Σεπτεμβρίου 2010

ιδιαιτερότητες των επίπλων...


Θα μου ήταν αρκετό
να καθόσουν δίπλα μου
εδώ, στον φθαρμένο μου καναπέ,
- αν προσέξεις,
κρατά ακόμα στη ράχη του
την ανάμνηση του κορμιού σου -
δεν κοιτάς τι σου δείχνω
Πως να δεις?
Δεν έχει οπτική επαφή η σκέψη
μονάχα βότσαλα,
γκρίζα βότσαλα,
ριγμένα ακατάστατα στη λίμνη της μνήμης.
Οι ομόκεντροι κύκλοι που γεννά
διαστέλλονται ο ένας μέσα στον άλλο,
γονιμοποιούνται,
σαν τις εικόνες που χορεύουν στα μάτια μου
κάθε βράδυ.
Θα μου ήταν αρκετό
να σου κρατώ το χέρι,
ψαύοντας άηχα
τις απαλές γραμμές των φλεβών σου.
Μυρίζοντας στον αγέρα
τη βροχή που έρχεται
και ανιχνεύοντας στο αίμα σου
το φιλί που κυοφορείται.
Μα δεν...
Κατοικώ εδώ.
Πάντα.
Στον ίδιο καναπέ.
Που άλλοτε καθόμασταν μαζί.
Ξέρεις τι άπονα που είναι τα έπιπλα?
Δε νιώθουν τις ελλείψεις.
Δεν αναγνωρίζουν την απουσία.
Δεν συνηγορούν με την ανάμνηση.
Παρά μονάχα με τη μνήμη.
Ιδιαιτερότητες των επίπλων.
Κάθομαι εδώ.
Στον παλιό μας καναπέ.
Ακουμπώ στην σκιά της αγκαλιάς σου.
Ακροβατώ στο περίγραμμα του κορμιού σου.
Ανασαίνω τις "οικείες" αισθήσεις.
Μα εσύ...δεν είσαι.

21 Σεπτεμβρίου 2010

ένα παράξενο όνειρο...

ww.jpg 
Παράξενο όνειρο που είδα απόψε...
Όχι, δεν θα το έλεγα εφιάλτη, δεν είχε τρόμο και αγωνία
μονάχα μια στωική λύπη που ολοένα αύξανε σε μέγεθος
μέχρι που κυρίεψε όλο το όνειρο και ξύπνησε μαζί μου.
Είδα λέει πως ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας,
εσύ κι εγώ. Το χέρι μου αναπαυοταν στην εσοχή των πλευρών
σου έτσι που σε κάθε ανάσα σου να λικνίζεται γύρω μου
η σιγουριά της κτήσης.
Ξέρω, δεν σου αρέσει η λέξη.
"Δεν είμαι αντικείμενο" έλεγες πολλές φορές.
Δεν έχω εξοικειωθεί με τις λέξεις που σου αρέσανε
ήθελα να σου πω κι εγώ άλλες τόσες.
Για έναν πολεμιστή η λέξη κτήση
συχνά είναι έρωτας και το αντίθετο.
Και δεν είναι απαραίτητα κακό...είναι η ζωή του.
Κι ύστερα...πάνω στο βασίλεμα του ύπνου
η απόκοσμη ησυχία του ονείρου με τάραξε.
Έκανα να ανασηκωθώ με το αυτί στυλωμένο.
"Σςς ησύχασε...κοιμήσου!" η φωνή σου ήταν λες
κι έβγαινε από την παλάμη μου.
Πάντα ήταν ένα σημείο που με ησύχαζε.
Το σώμα σου κάτω από τα δάχτυλά μου.
Τότε ήταν που ένιωσα το νερό.
Νερό παντού, απ' την πόρτα και το παράθυρο,
από τους τέσσερεις τοίχους, απ' το ταβάνι...
νερό που ανέβαινε σιγά - σιγά, πλημμύριζε
το δωμάτιο, το κρεβάτι μας, μας έσερνε στην αγκαλιά του.
Σκοτεινό, απειλητικό, σιωπηλό νερό.
Προσπάθησα να σε ξυπνήσω.
Να σε προειδοποιήσω, να σε προφυλάξω...
Εκεί που άλλοτε άγγιζα την καμπύλη των πλευρών σου
μια στυγνή επιφάνεια με ξάφνιασε.
Κούνησα το χέρι μου πάνω κάτω...με απορία.
Μια ακίδα μου μάτωσε την παλάμη.
Στην θέση σου ένα παλιό σανίδι επέπλεε, εκεί,
που πριν λίγο βρισκόταν το κρεβάτι μας.
Και το νερό όλο ανέβαινε...
Σκέφτηκα να βουτήξω στον σκοτεινό πυθμένα
σε μια απελπισμένη προσπάθεια να σε βρω. Μάταιος κόπος!
Δεν μπορούσα να δω ούτη τη μύτη μου.
Κι ύστερα ήταν κι αυτή η δύναμη που με κρατούσε
καρφωμένο εκεί....στο σανίδι που άλλοτε ήσουν εσύ.
Μέχρι που μουλιάζοντας κι αυτό πήρε σιγά - σιγά
να βουλιάζει κι ας ήταν από τη φύση του προορισμένο
να επιπλέει...
Είχε έρθει η ώρα να ξυπνήσω...

25 Ιουνίου 2010

Άλφα + Ωμέγα

άναψα κι έσβησα χτες βράδυ
σαν μικρή ευχή
που στο ψυχος παγώνει,
-πόσο κρύο έχει! -
λυμένοι οι κάβοι
και σπασμένα τα σκοινιά του Ουρανού
σκέψου!
σκέψου!
μια φωνή δίπλα στ' αυτί μου προστάζει
σκέψου!
σκέψου!
τριγύρω μου απέραντο μπλε
κάποιος συνεπής,
- προφανώς -
σήκωσε την γραμμή των Οριζόντων,
ήθελε λέει να ξεσκονίσει
του κόσμου την καταχνιά,
και βρέθηκα εδώ
καταμεσής στο μπλε
που τέλος κι αρχή δεν έχει...
στα νερά βαδίζω και στα κύματα μιλώ
με φωνή αλλόκοτη
που ανθρώπινη δε μοιάζει,
αν το Άλφα είναι η αρχή του Κόσμου
όπως Αγάπη,
το τέλος του πού βρίσκεται?
στο δικό μας Ωμέγα?
ή στον αστερισμό που πήρες μαζί σου φεύγοντας?
δέκα εκατομμύρια άστρα τι θα τα κάνεις?
ένα μόνο μου λείπει για ν' αρχίσω να ονειρεύομαι...